διά

διά, poet. [full] διαί ([dialect] Aeol. [full] ζά, q.v.), Prep. governing gen. and acc.— Rad. sense,
A through; never anastroph. [Prop. δῐᾰ: but Hom. uses [pron. full] at the beginning of a line, Il.3.357, 4.135, al.: also , metri gr., freq. in Hom., for which A. uses [full] διαί in lyr., Ag.448, al.]
A WITH GEN.
I of Place or Space:
1 of motion in a line, from one end to the other, right through, in Hom. freq. of the effect of weapons,

διὰ μὲν ἀσπίδος ἦλθε . . ἔγχος καὶ διὰ θώρηκος . . Il. 3.357

;

δουρὶ βάλεν Δάμασον κυνέης διά 12.183

;

δι' ὤμου . . ἔγχος ἦλθεν 4.481

; in Prose,

τιτρώσκειν διὰ τοῦ θώρακος X.An.1.8.26

; διὰ τοῦ ὀρόφου ἐφαίνετο πῦρ ib.7.4.16: also of persons, διὰ Σκαιῶν πεδίονδ' ἔχον ὠκέας ἵππους out through the Scaean gate,
Il.3.263; δι' ἠέρος αἰθέρ' ἵκανεν quite through the lower air even to the ether, Il.14.288, cf. 2.458; διὰ Τρώων πέτετο straight through them, 13.755;

δι' ὄμματος . . λείβων δάκρυον S.OC1250

, etc.: also in Compos. with πρό and ἐκ, v. διαπρό, διέκ: in adverbial phrases, διὰ πασῶν (sc. χορδῶν), v. διαπασῶν:

διὰ πάσης

throughout,

Th.1.14

;

διὰ κενῆς

idly,

Id.4.126

, etc. (cf.111.1.c).
2 of motion through a space, but not in a line, throughout, ouer,

ἑπόμεσθα διὰ πεδίοιο Il.11.754

;

δι' ὄρεσφι 10.185

, al.; ὀδύνη διὰ χροὸς ἦλθε through all his frame,
11.398;

τεῦχε βοὴν διὰ ἄστεος Od.10.118

;

δι' ὁμίλου Il.6.226

, etc.;

θορύβου διὰ τῶν τάξεων ἰόντος X.An.1.8.16

, cf. 2.4.26, etc.; later, in quoting an authority,

ἱστορεῖ δ. τῆς δευτέρας

in the course of . .,

Ath.10.438b

.
3 in the midst of, Il.9.468;

κεῖτο τανυσσάμενος δ. μήλων Od.9.298

; between,

δ. τῶν πλευρέων ταμόντα Hp.Morb.2.61

: hence, of pre-eminence,

ἔπρεπε καὶ δ. πάντων Il.12.104

;

τετίμακε δι' ἀνθρώπων Pi.I.4(3).37

;

εὐδοκιμέοντι δ. πάντων Hdt.6.63

, cf. 1.25, etc.
4 in Prose, sts. of extension, along,

παρήκει δ. τῆσδε τῆς θαλάσσης ἡ ἀκτή Id.4.39

(but πέταται δ. θαλάσσας across the sea,
Pi.N.6.48);

λόφος, δι' οὗ τὸ σταύρωμα περιεβέβληντο X.HG7.4.22

.
5 in Prose, of Intervals of Space, δ. τριήκοντα δόμων at intervals of thirty layers, i. e. after every thirtieth layer, Hdt.1.179; δ. δέκα ἐπάλξεων at every tenth battlement, Th.3.21; cf. infr. 11.3: of a single interval, δ. πέντε σταδίων at a distance of five stades, Hdt.7.30, cf. 198; δ. τοσούτου μᾶλλον ἢ δ. πολλῶν ἡμερῶν ὁδοῦ at so short a distance, etc., Th.2.29; δ. πολλοῦ at a great distance apart, Id.3.94;

δ. πλείστου Id.2.97

;

δι' ἐλάσσονος Id.3.51

;

ὕδατα δ. μακροῦ ἀλόμενα Hp.

Aër.9, etc.
II of Time,
1 of duration from one end of a period to the other, throughout, δ. παντὸς [τοῦ χρόνου] Hdt.9.13;

δι' ὅλου τοῦ αἰῶνος Th.1.70

;

δι' αἰῶνος S.El.1024

;

δι' ἡμέρας ὅλης Ar.Pax 27

;

δι' ὅλης τῆς νυκτός X.An.4.2.4

, etc.: without an Adj., δι' ἡμέρης all day long, Hdt.1.97;

δ. νυκτός Th.2.4

, X.An.4.6.22 (but δ. νυκτός in the course of the night, by night, Act.Ap.5.19, PRyl.138.15 (i A. D.), etc.);

δ. νυκτὸς καὶ ἡμέρας Pl.R.343b

; δι' ἐνιαυτοῦ, δι' ἔτους, Ar.Fr.569.8, V.1058;

δ. βίου Pl.Smp.183e

, etc.;

δ. τέλους

from beginning to end,

A.Pr.275

, Pl.R.519c, etc.: with Adjs. alone,

δ. παντός

continually,

A.Ch.862

(lyr.), etc.; δι' ὀλίγου for a short time, Th.1.77;

δ. μακροῦ E.Hec.320

;

ὁ δ. μέσου χρόνος Hdt. 8.27

.
2 of the interval which has passed between two points of Time, δ. χρόνου πολλοῦ or δ. πολλοῦ χρ. after a long time, Id.3.27, Ar.Pl.1045;

δ. μακρῶν χρόνων Pl.Ti.22d

: without an Adj., δ. χρόνου after a time, S.Ph.758, X.Cyr.1.4.28, etc.; δι' ἡμερῶν after several days, Ev.Marc.2.1; and with Adjs. alone,

δι' ὀλίγου Th.5.14

;

οὐ δ. μακροῦ Id.6.15

,91;

δ. πολλοῦ Luc.Nigr.2

, etc.: with Numerals,

δι' ἐτέων εἴκοσι Hdt.6.118

, cf. OGI56.38 (iii B. C.), etc.: but δ. τῆς ἑβδόμης till the seventh day, Luc.Hist.Conscr.21: also distributively, χρόνος δ. χρόνου προὔβαινε time after time, S.Ph.285;

ἄλλος δι' ἄλλου E.Andr.1248

.
3 of successive Intervals, δ. τρίτης ἡμέρης every other day, Hdt.2.37; δ. τρίτου ἔτεος ib.4, etc.; δ. πεντετηρίδος every four years (with inclusive reckoning), Id.3.97; δι' ἔτους πέμπτου, of the Olympic games, Ar.Pl.584 (but δι' ἑνδεκάτου ἔτεος in the course of the eleventh year, Hdt.1.62).
III causal, through, by,
a of the Agent, δι' ἀλλέλων or -ου ἐπικηρυκεύεσθαι, ποιεῖσθαι, by the mouth of . ., Id.1.69,6.4, cf. 1.113;

δι' ἑρμηνέως λέγειν X.An.2.3.17

, etc.;

τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Κυρίου δ. τοῦ προφήτου Ev.Matt.1.22

;

δι' ἑκόντων ἀλλ' οὐ δ. βίας ποιεῖσθαι Pl.Phlb.58b

; πεσόντ' ἀλλοτρίας διαὶ γυναικός by her doing, A.Ag.448 (lyr.);

ἐκ θεῶν γεγονὼς δ. βασιλέων πεφυκώς X.Cyr.7.2.24

; δι' ἑαυτοῦ ποιεῖν τι of oneself, not by another's agency, ib.1.1.4, etc.; but also, by oneself alone, unassisted, D.15.14, cf. 22.38.
b of the Instrument or Means, δ. χειρῶν by hand (prop. by holding between the hands),

δι' ὁσίων χ. θιγών S. OC470

; also δ. χερῶν λαβεῖν, δ. χειρὸς ἔχειν in the hand, Id.Ant. 916, 1258 (but τὰ τῶν ξυμμάχων δ. χειρὸς ἔχειν to keep a firm hand on, Th.2.13);

δ. στέρνων ἔχειν S.Ant.639

;

ἡ ἀκούουσα πηγὴ δι' ὤτων Id.OT1387

;

δ. στόματος ἔχειν X.Cyr.1.4.25

;

δ. μνήμης ἔχειν Luc.Cat.9

;

αἱ δ. τοῦ σώματος ἡδοναί X.Mem.1.5.6

; δ. λόγων συγγίγνεσθαι to hold intercourse by word, Pl.Plt.272b;

δ. λόγου ἀπαγγέλλειν Act.Ap.15.27

;

δι' ἐπιστολῶν 2 Ep.Cor.10.9

, POxy. 1070.15 (iii A. D.).
c of Manner (where διά with its Noun freq. serves as an Adv.),

δ. μέθης ποιήσασθαι τὴν συνουσίαν Pl.Smp.176e

; παίω δι' ὀργῆς through passion, in passion,
S.OT807; δ. τάχους, = ταχέως, Id.Aj.822, Th.1.63 (but δ. ταχέων ib.80, al.); δ. σπουδῆς in haste, hastily, E.Ba.212; δι' αἰδοῦς with reverence, respectfully, ib.441; δ. ψευδῶν ἔπη lying words, Id.Hel.309; αἱ δ. καρτερίας ἐπιμέλειαι long-continued exertions, X.Mem.2.1.20; δι' ἀκριβείας, δ. πάσης ἀκρ., Pl.Ti.23d, Lg.876c;

δ. σιγῆς Id.Grg.450c

;

δ. ξυμφορῶν ἡ ξύμβασις ἐγένετο Th.6.10

;

οὐ δι' αἰνιγμάτων, ἀλλ' ἐναργῶς γέγραπται Aeschin.3.121

;

δι' αἵματος, οὐ δ. μέλανος τοὺς νόμους ὁ Δράκων ἔγραψεν Plu.Sol.17

: also with Adjs., δ. βραχέων, δ. μακρῶν τοὺς λόγους ποιεῖσθαι, Isoc.14.3, Pl.Grg.449b; ἀποκρίνεσθαι δ. βραχυτάτων ibid. d; cf. infr. IV.
2 in later Prose, of Material out of which a thing is made,

κατασκευάζειν εἴδωλα δι' ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ D.S.17.115

;

θυσίαι δι' ἀλφίτου καὶ σπονδῆς πεποιημέναι Plu.Num.8

;

βρώματα δ. μέλιτος καὶ γάλακτος γιγνόμενα Ath.14.646e

;

οἶνος δ. βουνίου Dsc. 5.46

.
IV διά τινος ἔχειν, εἶναι, γίγνεσθαι, to express conditions or states, ἀγὼν διὰ πάσης ἀγωνίης ἔχων extending through every kind of contest, Hdt.2.91;

δι' ἡσυχίης εἶναι Id.1.206

; δι' ὄχλου εἶναι to be troublesome, Ar.Ec.888;

δ. φόβου εἶναι Th.6.59

;

δι' ἀπεχθείας γίγνεσθαι X.Hier.9.2

; ἡ ἐπιμέλεια δ. χάριτος γίγνεται ibid.;

δ. μιᾶς γνώμης γίγνεσθαι Isoc.4.138

.
b with Verbs of motion, δ. μάχης ἐλεύσονται will engage in battle, Hdt.6.9;

ἐλθεῖν Th.4.92

; δ. παντὸς πολέμου, δ. φιλίας ἰέναι τινί, X.An.3.2.8; δ. δίκης ἰέναι τινί go to law with . ., S.Ant.742, cf. Th.6.60;

δ. τύχης ἰέναι S.OT773

;

δι' ὀργῆς ἥκειν Id.OC905

; ἐμαυτῷ δ. λόγων ἀφικόμην I held converse with myself, E.Med.872; δ. λόγων, δ. γλώσσης ἰέναι come to open speech, Id.Tr.916, Supp.112; δ. φιλημάτων ἰέναι come to kissing, Id.Andr. 416;

δ. δικαιοσύνης ἰέναι καὶ σωφροσύνης Pl.Prt.323a

, etc.; δ. πυρὸς ἰέναι (v. πῦρ): in pass. sense, δι' ἀπεχθείας ἐλθεῖν τινι to be hated by . ., A.Pr.121 (anap.).
c with trans. Verbs, δι' αἰτίας ἔχειν or ἄγειν τινά hold in fault, Th.2.60, Ael.VH9.32;

δι' ὀργῆς ἔχειν τινά Th.2.37

, etc.;

δ. φυλακῆς ἔχειν τι Id.7.8

; δι' οἴκτου ἔχειν τινά, δι' αἰσχύνης ἔχειν τι, E.Hec.851, IT683;

δ. πένθους τὸ γῆρας διάγειν X.Cyr.4.6.6

;

δι' οὐδενὸς ποιεῖσθαί τι S.OC584

.
B WITH Acc.
I of Place, only Poet., in same sense as διά c. gen.:
1 through,

ἓξ δὲ δ. πτύχας ἦλθε . . χαλκός Il.7.247

;

ἤϊξε δ. δρυμὰ . . καὶ ὕλην 11.118

, cf. 23.122, etc.; δ. τάφρον ἐλαύνειν across it, 12.62;

δ. δώματα ποιπνύοντα 1.600

;

ἐπὶ χθόνα καὶ δ. πόντον βέβακεν Pi.I.4(3).41

;

φεύγειν δ. κῦμ' ἅλιον A.Supp.14

(anap.).
2 through, among, in,

οἴκεον δι' ἄκριας Od.9.400

;

ἄραβος δὲ δ. στόμα γίγνετ' ὀδόντων Il.10.375

(but μῦθον, ὃν . . δ. στόμα . . ἄγοιτο through his mouth, 14.91; so

δ. στόμα ὄσσαν ἱεῖσαι Hes.Th.65

;

ἀεὶ γὰρ ἡ γυνή σ' ἔχει δ. στόμα Ar.Lys.855

);

δ. κρατερὰς ὑσμίνας Hes.Th.631

;

νόμοι δι' αἰθέρα τεκνωθέντες S.OT867

(lyr.).
II of Time, also Poet.,

δ. νύκτα Il.2.57

, etc.; δ. γλυκὺν ὕπνον during sweet sleep,
Mosch.4.91.
III causal:
1 of persons, thanks to, by aid of,

νικῆσαι δ . . . Ἀθήνην Od.8.520

, cf. 13.121;

δ. δμῳὰς . . εἷλον 19.154

; δ. σε by thy fault or service,
S.OC1129, Ar.Pl.145, cf. 160,170: in Prose, by reason of, on account of,

δ' ἡμᾶς Th.1.41

, cf. X.An.7.6.33, D.18.249;

οὐ δι' ἐμαυτόν And.1.144

; so εἰ μὴ διά τινα if it had not been for . .,

εἰ μὴ δι' ἄνδρας ἀγαθούς Lys.12.60

;

Μιλτιάδην εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν ἐψηφίσαντο, καὶ εἰ μὴ δ. τὸν πρύτανιν ἐνέπεσεν ἄν Pl.Grg.516e

, cf. D.19.74;

εἰ μὴ δ. τὴν ἐκείνου μέλλησιν Th.2.18

, cf. Ar.V.558;

πλέον' ἔλπομαι λόγον Ὀδυσσέος ἢ πάθαν γενέσθαι δι' Ὅμηρον Pi.N.7.21

.
2 of things, to express the Cause, Occasion, or Purpose, δι' ἐμὴν ἰότητα because of my will, Il.15.41;

Διὸς μεγάλου δ. βουλάς Od.8.82

; δι' ἀφραδίας for, through want of thought, 19.523;

δι' ἀτασθαλίας 23.67

; δι' ἔνδειαν by reason of poverty, X. An.7.8.6; δ. καῦμα, δ. χειμῶνα, ib.1.7.6;

δι' ἄγνοιαν καὶ ἀμαθίαν Pl. Prt.360b

, etc.: freq. also with neut. Adjs., δ. τί; wherefore?; δ. τοῦτο, δ. ταῦτα on this account; δι' ὅ, δι' ἅ on which account; δ. πολλά for many reasons, etc.
3 = ἕνεκα, to express Purpose, δἰ ἀχθηδόνα for the sake of vexing, Th.4.40, cf. 5.53; δ. τὴν τούτου σαφήνειαν with a view to clearing this up, Pl.R.524c, cf. Arist.EN 1172b21; αὐτή δι' αὑτήν for its own sake, Pl.R.367b, etc.
C WITHOUT CASE as Adv. throughout, δ. πρό (v. supr. A.I.I);

δ. δ' ἀμπερές Il.11.377

.
D IN COMPOS.:
I through, right through, of Space, διαβαίνω, διέχω, διιππεύω.
II in different directions, as in διαπέμπω, διαφορέω; of separation, asunder, διαιρέω, διαλύω; of difference or disagreement, at variance, διαφωνέω, διαφέρω; or simply mutual relation, one with another, διαγωνίζομαι, διάδω, διαθέω, διαπίνω, διαφιλοτιμέομαι.
III pre-eminence, διαπρέπω, διαφέρω.
IV completion, to the end, utterly, διεργάζομαι, διαμάχομαι, διαπράττω, διαφθείρω: of Time, διαβιόω.
V to add strength, thoroughly, out and out, διαγαληνίζω, etc.; cf. ζά.
VI of mixture, between, partly, esp. in Adj., as διάλευκος, διάχρυσος, διάχλωρος, etc.
VII of leaving an interval or breach, διαλείπω, διαναπαύω. (Cogn. with δύο, δίς.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δία — Δίᾱ , Δίη fem nom/voc/acc dual Δίᾱ , Δίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — through indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δῖα — neut nom/voc/acc pl Δῖον neut nom/voc/acc pl Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • δία — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • Δίᾳ — Δίαι , Δίη fem nom/voc pl Δίᾱͅ , Δίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διᾶ — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διά — Ζεύς dyaús masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖα — δῖος heavenly fem nom/voc sg (epic) δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl δῖος heavenly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δία — δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc/acc dual δί̱ᾱ , δῖος heavenly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίᾳ — δί̱ᾱͅ , δῖος heavenly fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.